- ὑετόεις
- ὑετόεις, εσσα, εν, zum Regen gehörig, regnig, Apollo heißt so
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υετόεις — εσσα, εν, Α (ως προσωνυμία τού Απόλλωνος) αυτός που φέρνει ραγδαίες βροχές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑετός «βροχή» + όεις*] … Dictionary of Greek
-όεις — όεσσα, όεν (Α όεις, όεσσα, όεν) παραγωγική κατάληξη πολλών επιθέτων τής οποίας αρχική μορφή θεωρείται η εις, εσσα, εν, που σχητίστηκε από ουσ. με επίθημα Fεντ (< IE * went , πρβλ. αρχ. ινδ. και αβεστ. vant : rupa vant «όμορφος» < rupa… … Dictionary of Greek